Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Πίσω.τώρα.έλα.


   Oι τελευταίες μέρες ήταν από τις ωραιότερες.
  Τις σκέφτεται τώρα και χαμογελάει λυπητερά που τελείωσαν τόσο γρήγορα.
Κοιτάει εξω την πρώτη βροχή του Οκτώβρη και αναρωτιέται αν θα ξαναέχει την ευκαιρία να ξανανιώσει έτσι..

Οι σταγόνες ήταν μεγάλες και οι σκέψεις τις ταξίδευαν γρήγορα..Τόσο γρήγορα που οι παλμοί τις καρδίας της χτυπούσαν μανιασμένα και η αναπνοή της γινόταν βαριά, αναστενάσοντας σαν να έπερνε την τελευταία της ανάσα πριν σβήσει το τσιγάρο της και αφήσει την αναπόληση αυτή καθισμένη στο μικρό της μπαλκόνι, να βλέπει την βροχή να δυναμώνει την ανάγκη της να ξεσπάσει σε κλάμματα.

Ήρθε.

Ακόμη της φαινόταν σαν όνειρο.

Ήρθε και την έκανε να νιώσει σαν κοριτσάκι.
Χίμμηξε στην αγκαλιά του και τον κράτησε σφιχτά για τόση ώρα που όταν ξανάνοιξε τα μάτια της ο σταθμός είχε αδειάσει.

Τα χείλη της ενώθηκαν με τα δικά του.Με τα χείλη του ανθρώπου που έιχε την μεγαλύτερη χημεία, που την πονούσε και την κατέστρεφε αλλά αγαπουσε με απεριόριστη δύναμη.

Το χέρι της κλέιστικε στο δικό του,

‘’ μου έλειψες’’

Ψιθύρισε,

   και δεν μπόρεσε να του απαντήσει.
Δεν χρειαζόταν απάντηση. Τα μάτια της καρφωμένα πανω του με κόρες μεγαλύτερες από το φυσιολογικό έδιναν την απάντηση της.

Περπατούσαν σιωπηλά προς το σπιτι της, προετοιμασμένο με τέτοιο τρόπο για την άφιξη του.
Ακόμη δεν μπορoύσε να το πιστέψει πως τον είχε κοντά της μετά από τόσο καιρό και ήταν δικός της. Ολόδικός της, και είχαν την ευκαιρία να περάσουν τεσσερις αξέχαστες μέρες, εκείνη κ εκείνος.
Δίχως ρολόγια, δίχως πρέπει και μπορεί. Έλεγε ναι στα πάντα. Θα μπορουσε να λέει ναι σε όλα για εκείνον.

Ήταν ο άθρωπός της και ας την είχε πληγώσει τοσο πολύ. Πιο πολύ από όσο θα επέτρεπε εκείνη αν δεν ήταν τόσο χαζη και τυφλά ερωτευμένη.
Απλά τον λάτρευε. Το καυστικό χιούμορ και τα μάτια όλο νόημα.
Λάτρευε τον τρόπο που την κοιτούσε και την έκανε να κοκκινίζει.
Με πατζούρια κλειστά και γέλια που πονούσαν περνούσαν τις μέρες τους.
Ήταν ερωτευμένη και το μισούσε. Το μισούσε που άφηνε την καρδιά τη να γυρίσει πίσω εκεί που δεν έπρεπε.

Είχε προσπαθήσει πολύ να την πάρει πίσω από εκεί που την είχε χαρίσει. Ήθελε να την φυλάξει για κάτι νέο, για κάτι που θα την ξετρέλαινε και πάλι και θα γνώριζε από την αρχή με την περίεργη άισθηση του φλέρτ, και τα αμήχανα βλέμματα.Που να το ήξερε πως ήταν τόσο έυκολο να ξανακυλήσει.

Δεν ήθελε να χαραμίσει τα φοιτητικά και ωραιότερα χρόνια της ζωής της με κάποιον που δεν ήταν ποτέ ολοκληρωτικά δικός της.

Αυτές τις μέρες όμως έμαθε πόσο όμορφο είναι να κοιμάσαι και να ξυπνάς έχοντας δίπλα σου κάποιον τόσο ξεχωριστό που σου υπόσχεται να σε περιμένει, αλλά καταβάθος ξέρεις πως δεν γίνεται, αν και το εύχεσαι.

Ήταν οι πιο όμορφες καλημέρες της ζωής της, και θα μπορoύσε ευχαρίστως να τις συνηθίσει.

Αγκαλιές κάτω από τα σκεπάσματα και συζητήσεις με κρασί που έφταναν μέχρι το πρωί.

Έτσι όμως όπως ήρθε, έφυγε.

Από τον ίδιο σταθμό με λιγότερα χαμόγελα, περισσότερα δάκρυα.
Έφυγε αθόρυβα, και την άφησε πίσω, με ένα μπουκάλι κρασί, μια κρύα νύχτα σε ένα μπαλκόνι να κοιτάει την βροχή και να εύχεται να γύρισε λιγάκι ο χρόνος πίσω μια μερα μόνο..