Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Κόκκινο, σχεδόν διαφανές.


   Mε κοίταξες, αλλά δεν με είδες ποτέ.
   Υπάρχουν άνθρωποι που ακόμη κι αν τους γνωρίζεις λίγο καιρό, κατάφεραν να δουν βαθιά μεσα στην ψυχή σου,

Και εσύ αγαπημένε μου,

Δεν μπόρεσες, ακόμη κι αν έχουν περάσει χρόνια.

Κοιτούσες αλλά δεν προσπάθησες ποτέ να με κάνεις δική σου, να δείς μέσα μου και να κάνεις όλο τον εσωτερικό μου κόσμο δικό σου, να τον κατακτήσεις και να αφήσεις το σημάδι σου.

Nα ανοίξεις διάπλατα το ενδιαφέρον σου και να νιώσεις το κρύο.

Αυτό που έβγαζα από τα σωθικά μου.

Αυτό που σε τρόμαζε να γνωρίσεις.

Φοβόσουν και αυτό ήταν το μεγαλύτερο σου λάθος.

Γιατί ο έρωτας θέλει ρίσκα και όχι δειλίες, θέλει να περπατήσεις τυφλά και στον δρόμο να εύχεσαι να μην πέσεις να φτάσεις μέχρι το τέλος εκεί που ελπίζεις πως έχει φώς.

Εκεί που όταν πέσεις και πονέσεις και γδαρθείς θα σηκωθείς και θα είσαι προετοιμασμένος να ξαναπονέσεις μεχρι να φτάσεις στο τέρμα.

Ακόμη κι αν νιώσεις πως κουράζεσαι, και δεν μπορείς να αναπνεύσεις, θα ξέρεις ότι δεν φοβάσαι γιατί είσαι κάπου που κάποιος θα σε προστατέψει..

Αλλά μέσα στο σκοτάδι έκλεισες τα μάτια, και ανάμεσα στα δάκρυα σου δεν μπόρεσες να συνειδητοποιήσεις πως δεν είναι όλα τοσο σκούρα..

δεν άντεξες.
Δεν μπόρεσες να με κρατήσεις..

Και η δική μου πτώση ήταν ακαριαία.
  
  Εκεί που τα νεύρα παραλύουν και τα μάτια σου υγραίνονται χωρίς να βγάλεις άχνα, που νιώθεις το μάρμαρο κρύο στην γυμνή σου πλάτη και το στόμα σου μουδιασμένο από μια κραυγή που δεν βγήκε ποτέ..

Εκεί αγάπη μου που το αίμα βράζει και χύνεται σαν ηφαίστειο που θέλει να εκραγεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί φοβάται πως θα σε κάψει..

Και εσύ γυρίζοντας την πλάτη πήρες όσα μπόρεσες και απομακρύνθηκες εκεί που η μόνη ζεστασιά είναι το αλκοόλ που ρέει στις φλέβες σου και εθισμοί που σε κάνουν να ξεχνάς.



Ξεχνάς όμως;