Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Φύλλα που πέφτουν, κι μυρίζουν βροχή..


Ανοίγει τα μάτια της.

Ο ουρανός ήταν γκρί και έκανε το δωμάτιο σκοτεινό.

Οστόσο μπορούσε να δει πολύ καθαρά την ανδρική φιγούρα δίπλα της, τα χαρακτηριστικά του προσώπου και η στάση του σώματος, του ανθρώπου, που τόσο πολύ αγαπούσε. Μάτια κλειστά, γαλήνια κλεισμένα σφιχτά διατηρώντας την ιστορία ενός ονείρου..

Οι αναπνοές του ήταν αργές, αλλά βαθιές, με τα χέρια κάτω από το μαξιλάρι, να πιάνει τα δικά της, απαλά..

Πόσο όμορφος ήταν σκέφτηκε..

Κοίταξε τριγύρω και την τρόμαζε το μέρος..
Σπίτι παλιό, από αυτά που λες πως οι ψυχές των ανθρώπων που πέρασαν από εκεί, δεν άφησαν ποτέ αυτό το δωμάτιο..
Λίγο ακόμα και μπορούσε να ακούσει τις φωνές τους.
Τα πάντα ξύλινα,η πόρτα έτριζε και στο πάτωμα άκουγε βήματα μικρά..
Σε λίγο άρχισε να βρέχει.. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, οι αστραπές την φόβιζαν με έναν τρόπο γλυκό.

Τα χέρια της έτρεμαν, μόλις συνειδητοποίησε που ήταν..
Έφυγε κρυφά, χωρίς να το ξέρει κανένας. Πήγε στην άλλη άκρη για να βρεί τον εαυτό της. Τον υπόλοιπο εαυτό της για λίγες μέρες που θα έμεναν στην μνήμη της για πολύ καιρό ακόμα..

Έκλεισε τα μάτια της αλλά μάταια.

Είχε την επιθυμία να σηκωθεί αλλά δεν ήθελε να τον ξυπνήσει..

Έκανε σχέδια για τις υπόλοιπες μέρες.
Μάλωνε τον ευατό της γι αυτό γιατί ήξερε πως αν και κλισέ, όταν έκανε εκείνη σχέδια ο θεός γελούσε. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου φέρει η ζωή, ή με ποιον θα την περάσεις.
Το άλλο μισό είναι κάπου εκεί έξω. Πολλές φορές όμως το σωστό πρόσωπο έρχετε την λαθος στιγμή.
Τότε έιναι που κατάλαβε πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τίποτα δεν είναι σταθερό. Ούτε οι άθρωποι, ούτε και τα συναισθήματα που τρέφεις για αυτούς. Από την μια στιγμή στην άλλη μπορείς να τους χάσεις μέσα από τα χέρια σου, και πολλές φορές να μην ξέρεις καν το γιατί. Απλώς απορείς τι έκανες λάθος.

Εκέινη όμως τον είχε.

Τον είχε δίπλα της, να της κρατάει τα χέρια κάτω από τα σκεπάσματα για να της τα κρατήσει ζεστά, να της ψιθιρίζει πως την αγαπάει και πως θα είναι πάντα εκεί,ότι κι αν γίνει, όπου και να πάει…

Πέρασε λοιπόν τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής της.
Πίνοντας τσάι και ανταλλάζοντας απόψεις..
Βλέπαν ταινίες και μάντευαν το τέλος,
Μαλώνανε  με πάθος και καταλλήγανε σε φιλιά που της έκοβαν τα πόδια.
Μούδιαζε όλο της το κορμί και το άφηνε απλά να πέσει σαν κύμα άγριας ηδονής.
Έκλεινε τα μάτια της και παραδινόνταν σε αυτό που είχε απέναντι της.
Κλείδωνε τις αναμνήσεις στην καρδιά της, και τις αιχμαλώτιζε βίαια..


‘’σ’αγαπώ,
Μ’ακούς;’’